ντελιβεράς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ντελιβεράς ντελιβεράδες
γενική ντελιβερά ντελιβεράδων
αιτιατική ντελιβερά ντελιβεράδες
κλητική ντελιβερά ντελιβεράδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντελιβεράς < ντελίβερι + -άς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ντελιβεράς αρσενικό, ντελιβερού θηλυκό

  1. (καθομιλουμένη) αυτός που μεταφέρει φαγητό από το εστιατόριο μέχρι το σπίτι του καταναλωτή

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]