ντοματοπολτός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντοματοπολτός < ντομάτα + πολτός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ντοματοπολτός αρσενικό

  1. πολτός από ντομάτα


Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]