ντουζένι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ντουζένι ντουζένια
γενική ντουζενιού ντουζενιών
αιτιατική ντουζένι ντουζένια
κλητική ντουζένι ντουζένια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντουζένι < τουρκική düzen

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ντουζένι ουδέτερο

  1. χόρδισμα
  2. είδος χορδίσματος
  3. μεγάλο κέφι διασκέδασης, έξαρση για γλέντι

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • Είμαι στα ντουζένια μου: Είμαι χαρούμενος, κάνω κέφι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]