ντρεσάρισμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ντρεσάρισμα ντρεσαρίσματα
γενική ντρεσαρίσματος ντρεσαρισμάτων
αιτιατική ντρεσάρισμα ντρεσαρίσματα
κλητική ντρεσάρισμα ντρεσαρίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντρεσάρισμα < ντρεσάρω < γαλλική dresser + -άρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ντρεσάρισμα ουδέτερο

  • η επίμονη, αυστηρή και συστηματική εκπαίδευση
    Ασφαλώς, η βία των μαθητών και των νέων έχει πολλές αιτίες πέραν της μονοδιάστατης σχολικής φίμωσης/ντρεσαρίσματος που υφίστανται. (Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 24/4/2009)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]