Μετάβαση στο περιεχόμενο

ντροπιάζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ντροπιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ντροπιάζω[1][2][3]. Συγχρονικά αναλύεται σε ντροπ(ή) + -ιάζω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /dɾoˈpça.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ντροπιάζω

ντροπιάζω, αόρ.: ντρόπιασα, π.αόρ.: ντροπιάστηκα, μτχ.π.π.: ντροπιασμένος

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ντροπιάζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. ντροπιάζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  3. ντροπιάζω -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)