ντροπιάζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ντροπιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ντροπιάζω[1][2][3]. Συγχρονικά αναλύεται σε ντροπ(ή) + -ιάζω.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /dɾoˈpça.zo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ντρο‐πι‐ά‐ζω
Ρήμα
[επεξεργασία]ντροπιάζω, αόρ.: ντρόπιασα, π.αόρ.: ντροπιάστηκα, μτχ.π.π.: ντροπιασμένος
- (μεταβατικό) κάνω κάποιον να ντρέπεται
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | ντροπιάζω | ντρόπιαζα | θα ντροπιάζω | να ντροπιάζω | ντροπιάζοντας | |
| β' ενικ. | ντροπιάζεις | ντρόπιαζες | θα ντροπιάζεις | να ντροπιάζεις | ντρόπιαζε | |
| γ' ενικ. | ντροπιάζει | ντρόπιαζε | θα ντροπιάζει | να ντροπιάζει | ||
| α' πληθ. | ντροπιάζουμε | ντροπιάζαμε | θα ντροπιάζουμε | να ντροπιάζουμε | ||
| β' πληθ. | ντροπιάζετε | ντροπιάζατε | θα ντροπιάζετε | να ντροπιάζετε | ντροπιάζετε | |
| γ' πληθ. | ντροπιάζουν(ε) | ντρόπιαζαν ντροπιάζαν(ε) |
θα ντροπιάζουν(ε) | να ντροπιάζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | ντρόπιασα | θα ντροπιάσω | να ντροπιάσω | ντροπιάσει | ||
| β' ενικ. | ντρόπιασες | θα ντροπιάσεις | να ντροπιάσεις | ντρόπιασε | ||
| γ' ενικ. | ντρόπιασε | θα ντροπιάσει | να ντροπιάσει | |||
| α' πληθ. | ντροπιάσαμε | θα ντροπιάσουμε | να ντροπιάσουμε | |||
| β' πληθ. | ντροπιάσατε | θα ντροπιάσετε | να ντροπιάσετε | ντροπιάστε | ||
| γ' πληθ. | ντρόπιασαν ντροπιάσαν(ε) |
θα ντροπιάσουν(ε) | να ντροπιάσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω ντροπιάσει | είχα ντροπιάσει | θα έχω ντροπιάσει | να έχω ντροπιάσει | ||
| β' ενικ. | έχεις ντροπιάσει | είχες ντροπιάσει | θα έχεις ντροπιάσει | να έχεις ντροπιάσει | ||
| γ' ενικ. | έχει ντροπιάσει | είχε ντροπιάσει | θα έχει ντροπιάσει | να έχει ντροπιάσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε ντροπιάσει | είχαμε ντροπιάσει | θα έχουμε ντροπιάσει | να έχουμε ντροπιάσει | ||
| β' πληθ. | έχετε ντροπιάσει | είχατε ντροπιάσει | θα έχετε ντροπιάσει | να έχετε ντροπιάσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν ντροπιάσει | είχαν ντροπιάσει | θα έχουν ντροπιάσει | να έχουν ντροπιάσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ντροπιάζω
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ντροπιάζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ ντροπιάζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ↑ ντροπιάζω - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ιάζω (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)