ντροπιαστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ντροπιαστικός ντροπιαστική ντροπιαστικό
γενική ντροπιαστικού ντροπιαστικής ντροπιαστικού
αιτιατική ντροπιαστικό ντροπιαστική ντροπιαστικό
κλητική ντροπιαστικέ ντροπιαστική ντροπιαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ντροπιαστικοί ντροπιαστικές ντροπιαστικά
γενική ντροπιαστικών ντροπιαστικών ντροπιαστικών
αιτιατική ντροπιαστικούς ντροπιαστικές ντροπιαστικά
κλητική ντροπιαστικοί ντροπιαστικές ντροπιαστικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντροπιαστικός < ντροπιάζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ντροπιαστικός, -ή, -ό

  1. που ντροπιάζει, που προκαλεί ντροπή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]