ντόμπρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντόμπρος < σλαβική dobro (καλό)

Επίθετο[επεξεργασία]

ντόμπρος

  1. ειλικρινής, χωρίς προσποιήσεις

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]