ντόπιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ντόπιος < αρχαία ελληνική ἐντόπιος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈdɔ.pi.ɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[]

ντόπιος, -ια, -ιο

  1. που έχει γεννηθεί και ζει σε έναν τόπο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γηγενής, ιθαγενής
    οι ντόπιοι πληθυσμοί
  2. που έχει δημιουργηθεί ή παραχθεί σε έναν τόπο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εγχώριος
    τα ντόπια προϊόντα

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ντόπιος αρσενικό

  1. αυτός που έχει γεννηθεί και ζει σε έναν τόπο
    οι ντόπιοι ήταν ιδιαίτερα φιλικοί απέναντι στους επισκέπτες