ντόπιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντόπιος < αρχαία ελληνική ἐντόπιος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈdɔ.pi.ɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

ντόπιος, -ια, -ιο

  1. που έχει γεννηθεί και ζει σε έναν τόπο
     συνώνυμα: γηγενής, ιθαγενής
    οι ντόπιοι πληθυσμοί
  2. που έχει δημιουργηθεί ή παραχθεί σε έναν τόπο
     συνώνυμα: εγχώριος
    τα ντόπια προϊόντα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ντόπιος αρσενικό

  1. αυτός που έχει γεννηθεί και ζει σε έναν τόπο
    οι ντόπιοι ήταν ιδιαίτερα φιλικοί απέναντι στους επισκέπτες