ντύνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντύνω < ενδύω (καθαρεύουσα) < ένδυ(ση) + ω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈdi.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ντύνω

  1. δίνω σε κάποιον ρούχα για να τα φορέσει
    • Ντύσαμε τον γιό μας Ζορό & πήγαμε να γιορτάσουμε τις Απόκριες

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]