ντύνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντύνω < ενδύω (καθαρεύουσα) < ένδυ(ση) + ω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈdi.nɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

ντύνω

  1. δίνω σε κάποιον ρούχα για να τα φορέσει
    Ντύσαμε τον γιό μας Ζορό & πήγαμε να γιορτάσουμε τις Απόκριες
  2. φοδράρω
  3. επικαλύπτω
  4. (μεταφορικά) εμπλουτίζω κάτι με ..., το καθιστώ πιο σύνθετο ή ενδιαφέρον προσθέτοντας κάτι
    Έντυσες το ποίημα με επίθετα καλλωπιστικά μα όχι αιτιακά και δομικά• έστω ίσως άρμοζαν τοποθετημένα με απορία αν δεν επιθυμούσες να πατρονάρεις τον αναγνώστη. Το ποίημά σου είναι πλέον αρεστό μα όχι θεμελιώδες σαν τα νεανικά σου, κι εσύ αν συνεχίσεις έτσι ξεχασμένος.
    Ντύσε το κομμάτι με λίγα αρπέτζιο και φιοριτούρες, μα με μέτρο ώστε να αποτυπώνεται η ραχοκοκ(κ)αλιά του. Ανάμεσα στο ξερά μονοκόμματο και το ασαφές και φλύαρο υπάρχει και το μέτρο.

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]