Μετάβαση στο περιεχόμενο

νυκτουρία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η νυκτουρία οι νυκτουρίες
      γενική της νυκτουρίας των νυκτουριών
    αιτιατική τη νυκτουρία τις νυκτουρίες
     κλητική νυκτουρία νυκτουρίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
νυκτουρία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική nycturia < αρχαία ελληνική νύξ + οὖρον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

νυκτουρία θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • νυκτουρία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)