νυμφίος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νυμφίος < νυμφεύω < νύμφη

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νυμφίος νυμφίοι
γενική νυμφίου νυμφίων
αιτιατική νυμφίο νυμφίους
κλητική νυμφίε νυμφίοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νυμφίος < αρχαία ελληνική νυμφίος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νυμφίος αρσενικό

  1. αυτός που έρχεται σε κοινωνία γάμου, ο γαμπρός

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

  1. Νυμφίος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]