Μετάβαση στο περιεχόμενο

νυμφαγωγός

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
νυμφαγωγός < νύμφη + -αγωγός (ἄγω).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /nym.pʰa.gɔː.gós/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: νυμφαγωγός

Επίθετο

[επεξεργασία]

νυμφαγωγός, -ός, -όν

  1. που συνοδεύει την νύφη στο σπίτι του γαμπρού
      2ος κε αιώνας Λουκιανός, 62, 4Ἡρόδοτος ἢ Ἀετίων @wikisource
    ἔστιν εἰκὼν ἐν Ἰταλίᾳ, κἀγὼ εἶδον ὥστε καὶ σοὶ ἂν εἰπεῖν ἔχοιμι [] Ἔρωτες δέ τινες μειδιῶντες· μὲν κατόπιν ἐφεστὼς ἀπάγει τῆς κεφαλῆς τὴν καλύπτραν καὶ δείκνυσι τῷ νυμφίῳ τὴν Ρωξάνην, δέ τις μάλα δουλικῶς ἀφαιρεῖ τὸ σανδάλιον ἐκ τοῦ ποδὸς ὡς κατακλίνοιτο ἤδη, ἄλλος τῆς χλανίδος τοῦ Ἀλεξάνδρου ἐπειλημμένος, Ἔρως καὶ οὗτος, ἕλκει αὐτὸν πρὸς τὴν Ρωξάνην πάνυ βιαίως ἐπισπώμενος. βασιλεὺς δὲ αὐτὸς μὲν στέφανόν τινα ὀρέγει τῇ παιδί, πάροχος δὲ καὶ νυμφαγωγὸς Ἡφαιστίων συμπάρεστι δᾷδα καιομένην ἔχων, μειρακίῳ πάνυ ὡραίῳ ἐπερειδόμενος-Ὑμέναιος οἶμαί ἐστιν (οὐ γὰρ ἐπεγέγραπτο τοὔνομα).
    Ο πίνακας βρίσκεται στην Ιταλία, εγώ τον είδα και μπορώ έτσι να σου μιλήσω γι αυτόν. [] Υπάρχουν ακόμα χαμογελαστοί έρωτες· ο ένας στέκεται πίσω της, τραβάει το πέπλο και δείχνει στον γαμπρό τη Ρωξάνη. Κάποιος άλλος, σαν πραγματικός δούλος, της βγάζει το σανδάλι από το πόδι για να ξαπλώσει πια, Ένας τρίτος, Έρωτας και αυτός, έχει πιάσει τη χλαμύδα του Αλεξάνδρου και τον σέρνει προς το μέρος της Ρωξάνης, τραβώντας τον με πολλή βία. Ο ίδιος ο βασιλιάς πάλι προσφέρει στην κόρη στεφάνι· μαζί τους είναι και ο Ηφαιστίωνας, βοηθός και συνοδός της νύφης, που κρατάει λαμπάδα αναμμένη και ακουμπάει πάνω σε όμορφο παλικαράκι, που νομίζω πως είναι ο Υμέναιος (γιατί δεν είναι γραμμένο το όνομά του)
    Μετάφραση: Φιλολογική Ομάδα Κάκτου
  2. (ως ουσιαστικό) προξενητής, κάποιος που διαπραγματεύεται έναν γάμο για λογαριασμό άλλου
     συνώνυμα: προξενητής, νυμφευτής
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / νυμφαγωγός τὸ νυμφαγωγόν
      γενική τοῦ/τῆς νυμφαγωγοῦ τοῦ νυμφαγωγοῦ
      δοτική τῷ/τῇ νυμφαγωγ τῷ νυμφαγωγ
    αιτιατική τὸν/τὴν νυμφαγωγόν τὸ νυμφαγωγόν
     κλητική ! νυμφαγωγέ νυμφαγωγόν
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ νυμφαγωγοί τὰ νυμφαγωγᾰ́
      γενική τῶν νυμφαγωγῶν τῶν νυμφαγωγῶν
      δοτική τοῖς/ταῖς νυμφαγωγοῖς τοῖς νυμφαγωγοῖς
    αιτιατική τοὺς/τὰς νυμφαγωγούς τὰ νυμφαγωγᾰ́
     κλητική ! νυμφαγωγοί νυμφαγωγᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ νυμφαγωγώ τὼ νυμφαγωγώ
      γεν-δοτ τοῖν νυμφαγωγοῖν τοῖν νυμφαγωγοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'βοηθός' όπως «βοηθός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές