νυχτερινός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική νυχτερινός νυχτερινή νυχτερινό
γενική νυχτερινού νυχτερινής νυχτερινού
αιτιατική νυχτερινό νυχτερινή νυχτερινό
κλητική νυχτερινέ νυχτερινή νυχτερινό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική νυχτερινοί νυχτερινές νυχτερινά
γενική νυχτερινών νυχτερινών νυχτερινών
αιτιατική νυχτερινούς νυχτερινές νυχτερινά
κλητική νυχτερινοί νυχτερινές νυχτερινά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νυχτερινός < αρχαία ελληνική νυκτερινός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ni.xtɛ.ɾi.ˈnɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ni.xtɛ.ɾi.ˈni/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ni.xtɛ.ɾi.ˈnɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

νυχτερινός, -ή, -ό

  1. που σχετίζεται με τη νύχτα
    οι νυχτερινές ώρες
  2. που γίνεται τη νύχτα
    η νυχτερινή βροχή
  3. που λειτουργεί τη νύχτα
    νυχτερινό σχολείο
  4. που εργάζεται τη νύχτα
    νυχτερινή νοσηλεύτρια

32πχ Μεταφράσεις[]