νωπογραφία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η νωπογραφία οι νωπογραφίες
      γενική της νωπογραφίας των νωπογραφιών
    αιτιατική τη νωπογραφία τις νωπογραφίες
     κλητική νωπογραφία νωπογραφίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Νωπογραφία ψαρά από τις Κυκλάδες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νωπογραφία < νωπ(ός) + -ο- + -γραφία, μεταφραστικό δάνειο από την ιταλική affresco < a fresco)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νωπογραφία θηλυκό

  1. (ζωγραφική) η μέθοδος, η τεχνική ζωγραφικής φρέσκο
  2. η αγιογραφία ή η τοιχογραφία που δημιουργήθηκε με την παραπάνω μέθοδο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]