νωπογραφία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νωπογραφία νωπογραφίες
γενική νωπογραφίας νωπογραφιών
αιτιατική νωπογραφία νωπογραφίες
κλητική νωπογραφία νωπογραφίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νωπογραφία < νωπός + -ο- + γράφω + -ία ((μεταφραστικό δάνειο) (ιταλικά) affresco < a fresco)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νωπογραφία θηλυκό

  1. μέθοδος αγιογραφίας ή ζωγραφικής, σύμφωνα με την οποία τα χρώματα τοποθετούνται πάνω στο νωπό κονίαμα και στερεοποιούνται μαζί του καθώς αυτό στεγνώνει
  2. η αγιογραφία ή η τοιχογραφία που δημιουργήθηκε με την παραπάνω μέθοδο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]