Μετάβαση στο περιεχόμενο

νωστάρμαστος

Από Βικιλεξικό

Κυπριακά (el-cyp)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
νωστάρμαστος < λείπει η ετυμολογία

Επίθετο

[επεξεργασία]

νωστάρμαστος, -η, -ον

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]