νωτιαίος μυελός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | νωτιαίος μυελός | ||
| γενική | του | νωτιαίου μυελού | ||
| αιτιατική | τον | νωτιαίος μυελός | ||
| κλητική | νωτιαίος μυελός | |||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Προφορά
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]νωτιαίος μυελός αρσενικό
- (ιατρική) ο μυελός στο εσωτερικό των σπονδύλων της σπονδυλικής στήλης
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] νωτιαίος μυελός
|
Κατηγορίες:
- Κλίση αρσενικών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Χρειάζονται παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
