νόημα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | νόημα | τα | νοήματα |
| γενική | του | νοήματος | των | νοημάτων |
| αιτιατική | το | νόημα | τα | νοήματα |
| κλητική | νόημα | νοήματα | ||
| Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- νόημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νόημα[1].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈno.i.ma/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : νό‐η‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]νόημα ουδέτερο
- έννοια, σημασία
Το νόημα αυτής της φράσης είναι ξεκάθαρο.- ※ Δὲν εἶν’ ἀνάγκη ν’ ἀνοιχτῶ ἐδῶ σὲ θεωρίες. Φέρνω γιὰ ν’ ἀποδείξω, ἀπὸ τὴ μιὰ τὴ φτώχια τῆς γλώσσας, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὸ πεζὸ τῶν ἰδεῶν καὶ νοημάτων, παραδείγματα παρμένα ἀπὸ τὰ διάφορα ποιήματά του. (Ροβέρτος Κάμπος, Τὸ ποιητικὸν ἔργο τοῦ Κ. Π. Καβάφη, Κάϊρο 1912)
- ※ Ο Ουμπέρτο Έκο ονομάζει υπερερμηνεία την ιδεοληπτική αναζήτηση κρυμμένων νοημάτων που καταλήγει στη διόγκωση, στην ερμηνεία του μεγίστου από το ελάχιστο (Εφημερίδα Το Βήμα, 24/11/2008 )
- λογική
Αυτό που γράφεις δεν βγάζει νόημα.- → δείτε βγάζω νόημα
- σημασία, σκοπός, λόγος, αξία
Ποιό είναι το νόημα της παρουσίας τους εδώ;
Δεν έχει κανένα νόημα να πας τώρα.
- νεύμα, γνέψιμο
Μου έκανε νόημα να μπω.- ※ Μπαίνοντας τώρα στο χώρο του ο Λευτέρης προχώρησε πιο σίγουρος, άναψε ένα φωτιστικό δαπέδου με φωτισμό διακριτικό κι έκανε νόημα στον ξένο του να προχωρήσει. (Παναγιώτης Μεντής, Το απροστάτευτο αφήγημα, εκδ. Κέδρος, 2007, σελ. 82)
- ※ Η μάνα μου την κανάκευε και σβουριζόταν τριγύρω της να της φτιάξει τίλιο. Της φώναζε δυνατά στ' αυτί, αλλά κουφή δεν ήταν. « Θες τίλιο, βάβα Ελενίτσα; Τίλιο λέω, θες;» Η γριά τής έκανε ένα νόημα με το χέρι. «Σάξε ένα τίλιο» μόνο και μόνο για να την ξεφορτωθεί (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδόσεις Καστανιώτη, 2011)
- (μεταφορικά) εντός του επιρρηματικού προσδιορισμού που σχηματίζεται με το «με»: έχοντας κάποιο υπονοούμενο, υπονοώντας κάτι
«Θα ξανάρθω σε μία ώρα» είπε με νόημα.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] νόημα
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ νόημα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- νόημα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- νόημα - Γιώργος Β. Κάτος, Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2016 online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | νόημᾰ | τὰ | νοήμᾰτᾰ |
| γενική | τοῦ | νοήμᾰτος | τῶν | νοημᾰ́των |
| δοτική | τῷ | νοήμᾰτῐ | τοῖς | νοήμᾰσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸ | νόημᾰ | τὰ | νοήμᾰτᾰ |
| κλητική ὦ! | νόημᾰ | νοήμᾰτᾰ | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | νοήμᾰτε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | νοημᾰ́τοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- νόημα < αόριστο θέμα νόη- του νοέω + -μα.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /nó.ɛː.ma/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : νό‐η‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]νόημα, -τος ουδέτερο
- αυτό που κατανοεί κανείς, διανόημα, σκέψη, ιδέα
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 7 (Η. Ἕκτορος καὶ Αἴαντος μονομαχία. Νεκρῶν ἀναίρεσις.), στίχ. 456
- ἄλλος κέν τις τοῦτο θεῶν δείσειε νόημα
- Εις άλλον θεόν άρμοζε να έλθει αυτός ο φόβος
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr [μεταγραφή σε μονοτονικό]
- ἄλλος κέν τις τοῦτο θεῶν δείσειε νόημα
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 7 (Η. Ἕκτορος καὶ Αἴαντος μονομαχία. Νεκρῶν ἀναίρεσις.), στίχ. 456
- (μεταφορικά) για κάτι τόσο γρήγορο όσο η ανθρώπινη σκέψη· αστραπή
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 7 (η. Ὀδυσσέως εἴσοδος πρὸς Ἀλκίνουν.), στίχ. 36
- τῶν νέες ὠκεῖαι ὡς εἰ πτερὸν ἠὲ νόημα
- με τα πλεούμενά τους σαν πουλιά κι όπως πετά του ανθρώπου η σκέψη
- Μετάφραση σε ελεύθερο στίχο (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- τῶν νέες ὠκεῖαι ὡς εἰ πτερὸν ἠὲ νόημα
- ※ 1ος/2ος κε αιώνας ⌘ Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Ἀλέξανδρος, 35.4
- ἅμα νοήματι
- αστραπιαία, σαν τη σκέψη
- Μετάφραση (2012): Γιαγκόπουλος, Α.Ι., Ζ.Ε. Μαλαθούνη. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. @greek‑language.gr
- ἅμα νοήματι
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 7 (η. Ὀδυσσέως εἴσοδος πρὸς Ἀλκίνουν.), στίχ. 36
- σκέψη, λογισμός, σκοπός, σχέδιο
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 10 (Κ. Δολώνεια.), στίχ. 104 (104-5)
- οὔ θην Ἕκτορι πάντα νοήματα μητίετα Ζεὺς | ἐκτελέει, ὅσα πού νυν ἐέλπεται
- του Έκτορος τους λογισμούς και όσα ελπίζει τώρα | δεν θα εκτελέσει ο πάνσοφος Κρονίδης
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr [μεταγραφή σε μονοτονικό]
- οὔ θην Ἕκτορι πάντα νοήματα μητίετα Ζεὺς | ἐκτελέει, ὅσα πού νυν ἐέλπεται
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Ὄρνιθες, στίχ. 195
- μὴ ᾽γὼ νόημα κομψότερον ἤκουσά πω
- πιο έξυπνο εγώ σχέδιο δεν άκουσα ποτέ μου
- Μετάφραση (1967): Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα: Τυποβιβλιοτεχνική @greek‑language.gr
- μὴ ᾽γὼ νόημα κομψότερον ἤκουσά πω
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 10 (Κ. Δολώνεια.), στίχ. 104 (104-5)
- φρόνημα, κατανόηση, διάνοια, νους, νόηση
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 19 (Τ. Μήνιδος ἀπόρρησις.), στίχ. 218 (218-9)
- ἐγὼ δέ κε σεῖο νοήματί γε προβαλοίμην | πολλόν
- είμ᾽ εγώ στην νόησιν πολύ καλύτερός σου
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr [μεταγραφή σε μονοτονικό]
- ἐγὼ δέ κε σεῖο νοήματί γε προβαλοίμην | πολλόν
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Πίνδαροςw, Πυθιονίκαις, 6. Ξενοκράτει Ἀκραγαντίνῳ ἅρματι, 29
- νόημα τοῦτο φέρων
- που φρόνημα είχε παρόμοιο
- Μετάφραση (1994): Ιωάννης Οικονομίδης, Ηράκλειο: Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη @greek‑language.gr
- νόημα τοῦτο φέρων
- ≈ συνώνυμα: νόησις
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 19 (Τ. Μήνιδος ἀπόρρησις.), στίχ. 218 (218-9)
- σκέψη, λογική
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- νόημα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- νόημα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ὄνομα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ὄνομα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -μα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλούταρχο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοφάνη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πίνδαρο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλάτωνα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)