Μετάβαση στο περιεχόμενο

νόημα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το νόημα τα νοήματα
      γενική του νοήματος των νοημάτων
    αιτιατική το νόημα τα νοήματα
     κλητική νόημα νοήματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
νόημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νόημα[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈno.i.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: νόημα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

νόημα ουδέτερο

  1. έννοια, σημασία
    παράδειγμα Το νόημα αυτής της φράσης είναι ξεκάθαρο.
  2. λογική
    παράδειγμα Αυτό που γράφεις δεν βγάζει νόημα.
     δείτε βγάζω νόημα
  3. σημασία, σκοπός, λόγος, αξία
    παράδειγμα Ποιό είναι το νόημα της παρουσίας τους εδώ;
    παράδειγμα Δεν έχει κανένα νόημα να πας τώρα.
  4. νεύμα, γνέψιμο
    παράδειγμα Μου έκανε νόημα να μπω.
  5. (μεταφορικά) εντός του επιρρηματικού προσδιορισμού που σχηματίζεται με το «με»: έχοντας κάποιο υπονοούμενο, υπονοώντας κάτι
    παράδειγμα «Θα ξανάρθω σε μία ώρα» είπε με νόημα.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ νόημᾰ τὰ νοήμᾰτ
      γενική τοῦ νοήμᾰτος τῶν νοημᾰ́των
      δοτική τῷ νοήμᾰτ τοῖς νοήμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ νόημᾰ τὰ νοήμᾰτ
     κλητική ! νόημᾰ νοήμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  νοήμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  νοημᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
νόημα < αόριστο θέμα νόη- του νοέω + -μα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /nó.ɛː.ma/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: νόημα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

νόημα, -τος ουδέτερο

  1. αυτό που κατανοεί κανείς, διανόημα, σκέψη, ιδέα
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 7 (Η. Ἕκτορος καὶ Αἴαντος μονομαχία. Νεκρῶν ἀναίρεσις.), στίχ. 456
    ἄλλος κέν τις τοῦτο θεῶν δείσειε νόημα
    Εις άλλον θεόν άρμοζε να έλθει αυτός ο φόβος
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
  2. (μεταφορικά) για κάτι τόσο γρήγορο όσο η ανθρώπινη σκέψη· αστραπή
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 7 (η. Ὀδυσσέως εἴσοδος πρὸς Ἀλκίνουν.), στίχ. 36
    τῶν νέες ὠκεῖαι ὡς εἰ πτερὸν ἠὲ νόημα
    με τα πλεούμενά τους σαν πουλιά κι όπως πετά του ανθρώπου η σκέψη
    Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greeklanguage.gr
      1ος/2ος κε αιώνας Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Ἀλέξανδρος, 35.4
    ἅμα νοήματι
    αστραπιαία, σαν τη σκέψη
    Μετάφραση (2012): Γιαγκόπουλος, Α.Ι., Ζ.Ε. Μαλαθούνη. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. @greeklanguage.gr
  3. σκέψη, λογισμός, σκοπός, σχέδιο
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 10 (Κ. Δολώνεια.), στίχ. 104 (104-5)
    οὔ θην Ἕκτορι πάντα νοήματα μητίετα Ζεὺς | ἐκτελέει, ὅσα πού νυν ἐέλπεται
    του Έκτορος τους λογισμούς και όσα ελπίζει τώρα | δεν θα εκτελέσει ο πάνσοφος Κρονίδης
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Ὄρνιθες, στίχ. 195
    μὴ ᾽γὼ νόημα κομψότερον ἤκουσά πω
    πιο έξυπνο εγώ σχέδιο δεν άκουσα ποτέ μου
    Μετάφραση (1967): Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα: Τυποβιβλιοτεχνική @greeklanguage.gr
  4. φρόνημα, κατανόηση, διάνοια, νους, νόηση
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 19 (Τ. Μήνιδος ἀπόρρησις.), στίχ. 218 (218-9)
    ἐγὼ δέ κε σεῖο νοήματί γε προβαλοίμην | πολλόν
    είμ᾽ εγώ στην νόησιν πολύ καλύτερός σου
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
      6ος/5ος πκε αιώνας Πίνδαροςw, Πυθιονίκαις, 6. Ξενοκράτει Ἀκραγαντίνῳ ἅρματι, 29
    νόημα τοῦτο φέρων
    που φρόνημα είχε παρόμοιο
    Μετάφραση (1994): Ιωάννης Οικονομίδης, Ηράκλειο: Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη @greeklanguage.gr
     συνώνυμα: νόησις
  5. σκέψη, λογική
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Συμπόσιον, 197e
    θέλγων πάντων θεῶν τε καὶ ἀνθρώπων νόημα.
    σαγηνεύοντας τη σκέψη όλων των θεών και των ανθρώπων.
    Μετάφραση (2004): Ηλίας Σπυρόπουλος, Θεσσαλονίκη:Ζήτρος. @greeklanguage.gr

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]