νόημα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | νόημα | τα | νοήματα |
| γενική | του | νοήματος | των | νοημάτων |
| αιτιατική | το | νόημα | τα | νοήματα |
| κλητική | νόημα | νοήματα | ||
| Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- νόημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νόημα[1].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈno.i.ma/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : νό‐η‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]νόημα ουδέτερο
- έννοια, σημασία
Το νόημα αυτής της φράσης είναι ξεκάθαρο.
- λογική
Αυτό που γράφεις δεν βγάζει νόημα.- → δείτε βγάζω νόημα
- σημασία, σκοπός, λόγος, αξία
Ποιό είναι το νόημα της παρουσίας τους εδώ;
Δεν έχει κανένα νόημα να πας τώρα.
- νεύμα, γνέψιμο
Μου έκανε νόημα να μπω.
- (μεταφορικά) εντός του επιρρηματικού προσδιορισμού που σχηματίζεται με το «με»: έχοντας κάποιο υπονοούμενο, υπονοώντας κάτι
«Θα ξανάρθω σε μία ώρα» είπε με νόημα.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] νόημα
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ νόημα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- νόημα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- νόημα - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | νόημᾰ | τὰ | νοήμᾰτᾰ |
| γενική | τοῦ | νοήμᾰτος | τῶν | νοημᾰ́των |
| δοτική | τῷ | νοήμᾰτῐ | τοῖς | νοήμᾰσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸ | νόημᾰ | τὰ | νοήμᾰτᾰ |
| κλητική ὦ! | νόημᾰ | νοήμᾰτᾰ | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | νοήμᾰτε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | νοημᾰ́τοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- νόημα < αόριστο θέμα νόη- του νοέω + -μα.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /nó.ɛː.ma/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : νό‐η‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]νόημα, -τος ουδέτερο
- αυτό που κατανοεί κανείς, διανόημα, σκέψη, ιδέα
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 7 (Η. Ἕκτορος καὶ Αἴαντος μονομαχία. Νεκρῶν ἀναίρεσις.), στίχ. 456
- ἄλλος κέν τις τοῦτο θεῶν δείσειε νόημα
- Εις άλλον θεόν άρμοζε να έλθει αυτός ο φόβος
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
- ἄλλος κέν τις τοῦτο θεῶν δείσειε νόημα
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 7 (Η. Ἕκτορος καὶ Αἴαντος μονομαχία. Νεκρῶν ἀναίρεσις.), στίχ. 456
- (μεταφορικά) για κάτι τόσο γρήγορο όσο η ανθρώπινη σκέψη· αστραπή
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 7 (η. Ὀδυσσέως εἴσοδος πρὸς Ἀλκίνουν.), στίχ. 36
- τῶν νέες ὠκεῖαι ὡς εἰ πτερὸν ἠὲ νόημα
- με τα πλεούμενά τους σαν πουλιά κι όπως πετά του ανθρώπου η σκέψη
- Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- τῶν νέες ὠκεῖαι ὡς εἰ πτερὸν ἠὲ νόημα
- ※ 1ος/2ος κε αιώνας ⌘ Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Ἀλέξανδρος, 35.4
- ἅμα νοήματι
- αστραπιαία, σαν τη σκέψη
- Μετάφραση (2012): Γιαγκόπουλος, Α.Ι., Ζ.Ε. Μαλαθούνη. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. @greek‑language.gr
- ἅμα νοήματι
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 7 (η. Ὀδυσσέως εἴσοδος πρὸς Ἀλκίνουν.), στίχ. 36
- σκέψη, λογισμός, σκοπός, σχέδιο
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 10 (Κ. Δολώνεια.), στίχ. 104 (104-5)
- οὔ θην Ἕκτορι πάντα νοήματα μητίετα Ζεὺς | ἐκτελέει, ὅσα πού νυν ἐέλπεται
- του Έκτορος τους λογισμούς και όσα ελπίζει τώρα | δεν θα εκτελέσει ο πάνσοφος Κρονίδης
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
- οὔ θην Ἕκτορι πάντα νοήματα μητίετα Ζεὺς | ἐκτελέει, ὅσα πού νυν ἐέλπεται
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Ὄρνιθες, στίχ. 195
- μὴ ᾽γὼ νόημα κομψότερον ἤκουσά πω
- πιο έξυπνο εγώ σχέδιο δεν άκουσα ποτέ μου
- Μετάφραση (1967): Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα: Τυποβιβλιοτεχνική @greek‑language.gr
- μὴ ᾽γὼ νόημα κομψότερον ἤκουσά πω
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 10 (Κ. Δολώνεια.), στίχ. 104 (104-5)
- φρόνημα, κατανόηση, διάνοια, νους, νόηση
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 19 (Τ. Μήνιδος ἀπόρρησις.), στίχ. 218 (218-9)
- ἐγὼ δέ κε σεῖο νοήματί γε προβαλοίμην | πολλόν
- είμ᾽ εγώ στην νόησιν πολύ καλύτερός σου
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
- ἐγὼ δέ κε σεῖο νοήματί γε προβαλοίμην | πολλόν
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Πίνδαροςw, Πυθιονίκαις, 6. Ξενοκράτει Ἀκραγαντίνῳ ἅρματι, 29
- νόημα τοῦτο φέρων
- που φρόνημα είχε παρόμοιο
- Μετάφραση (1994): Ιωάννης Οικονομίδης, Ηράκλειο: Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη @greek‑language.gr
- νόημα τοῦτο φέρων
- ≈ συνώνυμα: νόησις
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 19 (Τ. Μήνιδος ἀπόρρησις.), στίχ. 218 (218-9)
- σκέψη, λογική
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- νόημα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- νόημα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ὄνομα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ὄνομα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -μα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλούταρχο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοφάνη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πίνδαρο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλάτωνα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)