νόθος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική νόθος νόθη νόθο
γενική νόθου νόθης νόθου
αιτιατική νόθο νόθη νόθο
κλητική νόθε νόθη νόθο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική νόθοι νόθες νόθα
γενική νόθων νόθων νόθων
αιτιατική νόθους νόθες νόθα
κλητική νόθοι νόθες νόθα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νόθος < αρχαία ελληνική νόθος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

νόθος -η/(-α)-ο

  1. ο εξώγαμος
  2. που αποδίδεται εσφαλμένα σε κάποιο συγγραφέα, όντας ψευδεπίγραφο ή με σκοπό την εξαπάτηση
  3. ασαφής, συγκεχυμένος, παραπλανητικός

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

νόθος -η/-ος -ον

  1. νόθος, εξώγαμος
    κούρην δὲ Πριάμοιο νόθην ἔχε͵ Μηδεσικάστην (Ομήρου Ιλιάδα, Ν 173)
  2. πλαστός, ψεύτικος
    νόθον εὐσέβειαν (Φίλων Ιουδαίος, Περί των Χερουβίμ, 94.7)

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]