νόθος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο νόθος η νόθη το νόθο
      γενική του νόθου της νόθης του νόθου
    αιτιατική τον νόθο τη νόθη το νόθο
     κλητική νόθε νόθη νόθο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι νόθοι οι νόθες τα νόθα
      γενική των νόθων των νόθων των νόθων
    αιτιατική τους νόθους τις νόθες τα νόθα
     κλητική νόθοι νόθες νόθα
Προφέρεται ως παροξύτονο.
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νόθος < αρχαία ελληνική νόθος

Επίθετο[επεξεργασία]

νόθος -η/(-α)-ο

  1. ο εξώγαμος
  2. που αποδίδεται εσφαλμένα σε κάποιο συγγραφέα, όντας ψευδεπίγραφο ή με σκοπό την εξαπάτηση
  3. ασαφής, συγκεχυμένος, παραπλανητικός

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

νόθος -η/-ος -ον

  1. νόθος, εξώγαμος
    κούρην δὲ Πριάμοιο νόθην ἔχε͵ Μηδεσικάστην (Ομήρου Ιλιάδα, Ν 173)
  2. πλαστός, ψεύτικος
    νόθον εὐσέβειαν (Φίλων Ιουδαίος, Περί των Χερουβίμ, 94.7)

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]