νόος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | νόος > νοῦς | οἱ | νόοι > νοῖ |
| γενική | τοῦ | νόου > νοῦ νοός |
τῶν | νόων > νῶν |
| δοτική | τῷ | νόῳ > νῷ νοΐ |
τοῖς | νόοις > νοῖς |
| αιτιατική | τὸν | νόον > νοῦν | τοὺς | νόους > νοῦς |
| κλητική ὦ! | νόε > νοῦ | νόοι > νοῖ | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | νόω > νώ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | νόοιν > νοῖν | ||
| 2η κλίση, ομάδα 'πλόος πλοῦς', Κατηγορία 'πλόος' όπως «πλόος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- νόος < νόϝος, με σίγηση του δίγαμμα < αβέβαιης ετυμολογίας, αλλά πιθανόν κληρονομημένο (όχι δανεισμένο από υπόστρωμα). Έχει συγκριθεί με πρωτογερμανική *snutraz (σοφός, έξυπνος), νεύω (γνέφω, παραχωρώ), πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *nes- (επιστρέφω σπίτι με ασφάλεια),[1] νέω (γνέθω) (με σημασιολογική εξέλιξη «γνέθω» > «πλέκω το νήμα της σκέψης» > «νους, σκέψη»).
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /nó.os/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : νό‐ος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]νόος, -ου αρσενικό
- μυαλό, διάνοια, αντίληψη
- «νοῦν ἔχειν»
- έχω συναίσθηση, είμαι λογικός, σώφρων, φρόνιμος
περισσὰ πράσσειν οὐκ ἔχει νοῦν οὐδένα
το να επιδιώκεις τόσο πολλά δεν έχει νόημα
- έχω το μυαλό μου στραμμένο σε κάτι
ἄλλοσ' ὄμμα, θητέρᾳ δὲ νοῦν ἔχειν
δεῦρο νοῦν ἔχε
- έχω συναίσθηση, είμαι λογικός, σώφρων, φρόνιμος
- ψυχή, συναίσθημα, «καρδιά»
- (μεταφορικά) νους ως όργανο λήψης αποφάσεων και σχεδιασμών
- «τί σοι ἐν νόῳ ἐστὶ ποιεῖν;» τί σκοπεύεις να κάνεις;
- «ἐν νόῳ ἔχειν» (με απαρέμφατο) προτίθεμαι, σκοπεύω, προδιατίθεμαι να…
- «νόον τελεῖν»
- σημασία, νόημα, έννοια λέξης ή φράσης, πρότασης ή λόγου
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ νόος σελ. 1023 - ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Πηγές
[επεξεργασία]- νόος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- νόος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'πλόος πλοῦς' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'πλόος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πλόος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με άγνωστη ετυμολογία (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)