νόρμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | νόρμα | οι | νόρμες |
| γενική | της | νόρμας | — | |
| αιτιατική | τη | νόρμα | τις | νόρμες |
| κλητική | νόρμα | νόρμες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- νόρμα < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]νόρμα θηλυκό
- πρότυπο
- ※ Η ορθογραφία εξ ορισμού, σημαίνει την ορθή - τυπική γραφή μιας λέξης με βάση τον κανόνα. Κατά συνέπεια, η ορθογραφία είναι η προσπάθεια διατήρησης των παραδεδεγμένων γλωσσικών μορφών ή απλούστερα της γλωσσικής νόρμας.
- Καντζέλη Βασιλική, Η διάκριση μεταξύ του γλωσσικού και του ορθογραφικού λάθους στον λόγο των φυσικών ομιλητών της Ελληνικής. Μια θεωρητική σύνθεση., [μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία], Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 2018 @olympias.lib.uoi.gr
- ※ Η ορθογραφία εξ ορισμού, σημαίνει την ορθή - τυπική γραφή μιας λέξης με βάση τον κανόνα. Κατά συνέπεια, η ορθογραφία είναι η προσπάθεια διατήρησης των παραδεδεγμένων γλωσσικών μορφών ή απλούστερα της γλωσσικής νόρμας.
- τύπος
- μέθοδος
- προκαθορισμένος χρόνος εκτέλεσης έργου, προρυθμισμένη διάρκεια
- συμπεριφορικός κανόνας
Συγγενικά
[επεξεργασία]- Νόρμα (ως όνομα)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] νόρμα
|
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)