Μετάβαση στο περιεχόμενο

νόρμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η νόρμα οι νόρμες
      γενική της νόρμας
    αιτιατική τη νόρμα τις νόρμες
     κλητική νόρμα νόρμες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
νόρμα < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

νόρμα θηλυκό

  1. πρότυπο
      Η ορθογραφία εξ ορισμού, σημαίνει την ορθή - τυπική γραφή μιας λέξης με βάση τον κανόνα. Κατά συνέπεια, η ορθογραφία είναι η προσπάθεια διατήρησης των παραδεδεγμένων γλωσσικών μορφών ή απλούστερα της γλωσσικής νόρμας.
    Καντζέλη Βασιλική, Η διάκριση μεταξύ του γλωσσικού και του ορθογραφικού λάθους στον λόγο των φυσικών ομιλητών της Ελληνικής. Μια θεωρητική σύνθεση., [μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία], Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 2018 @olympias.lib.uoi.gr
  2. τύπος
  3. μέθοδος
  4. προκαθορισμένος χρόνος εκτέλεσης έργου, προρυθμισμένη διάρκεια
  5. συμπεριφορικός κανόνας

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]