νότος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο νότος οι νότοι
      γενική του νότου των νότων
    αιτιατική τον νότο τους νότους
     κλητική νότε νότοι
Συνήθως στον ενικό.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νότος < αρχαία ελληνική νότος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)neh₂- (πλέω, κολυμπώ)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νότος αρσενικό, μόνο στον ενικό

  1. το σημείο του ορίζοντα που βρίσκεται προς το κάτω μέρος της Γης, προς τον νότιο πόλο
     συνώνυμα: μεσημβρία
  2. το νότιο μέρος μιας περιοχής
  3. (συνεκδοχικά) νοτιάς

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]