νύξη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νύξη < ελληνιστική κοινή νύξις < αρχαία ελληνική νύσσω (κεντώ, τσιμπώ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νύξη θηλυκό

  1. το κέντημα, το τσίμπημα
  2. (μεταφορικά) η μικρή αναφορά σε ένα θέμα, ο υπαινιγμός

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]