νύξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νύξη < μεταγενέστερη ελληνική νύξις < αρχαία ελληνική νύσσω = κεντώ, τσιμπώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νύξη θηλυκό

  1. το κέντημα, το τσίμπημα
    • η πενιά, το μελωδικό (μη ρυθμιστικό) χόρδισμα
  2. η μικρή αναφορά σε ένα θέμα, ο υπαινιγμός

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]