νύσσω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

νύσσω, αττικό νύττω, μέλλοντας: νύξω

  1. ακουμπώ με κάτι αιχμηρό, τρυπώ, κεντώ, τσιμπώ ή ωθώ, σκουντώ
    • βαρώ/ρίχνω πενιά, χορδίζω (αρμονικά όχι κουρδίζω), κιθαρίζω, (παρεμφερές γιατί γίνεται με τα δάχτυλα: αρπίζω)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883, σελίδα 1014