νύστα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νύστα νύστες
γενική νύστας
αιτιατική νύστα νύστες
κλητική νύστα νύστες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νύστα < νυστάζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νύστα θηλυκό

  1. η αίσθηση ανάγκης για ύπνο, να κοιμηθεί κάποιος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]