νύχι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νύχι νύχια
γενική νυχιού νυχιών
αιτιατική νύχι νύχια
κλητική νύχι νύχια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νύχι < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈɲi.çi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νύχι ουδέτερο

  1. σκληρό και μυτερό όργανο που βγαίνει από την άκρη του δακτύλου
    Αφήνω το νύχι του μικρού δακτύλου να μακρύνει για να ξεβουλώνω τα αφτιά μου.

Εκφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]