Μετάβαση στο περιεχόμενο

νώδυνος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / νώδυνος τὸ νώδυνον
      γενική τοῦ/τῆς νωδύνου τοῦ νωδύνου
      δοτική τῷ/τῇ νωδύν τῷ νωδύν
    αιτιατική τὸν/τὴν νώδυνον τὸ νώδυνον
     κλητική ! νώδυνε νώδυνον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ νώδυνοι τὰ νώδυν
      γενική τῶν νωδύνων τῶν νωδύνων
      δοτική τοῖς/ταῖς νωδύνοις τοῖς νωδύνοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς νωδύνους τὰ νώδυν
     κλητική ! νώδυνοι νώδυν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ νωδύνω τὼ νωδύνω
      γεν-δοτ τοῖν νωδύνοιν τοῖν νωδύνοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
νώδυνος < νη- (στερητικό) + ὀδύν(η) + -ος (με έκταση του [ο] σε [ω] λόγω δημιουργίας σύνθετης λέξης)

Επίθετο

[επεξεργασία]

νώδυνος, -ος, -ον

  1. ανώδυνος
      6ος/5ος πκε αιώνας Πίνδαροςw, Νεμεονίκαις, 8. (Δεινίδι (Δεινίᾳ υἱῷ Μέγα) (Αιγηνήτη) σταδιεῖ), 50 Επιμ. Boeck, Pindari opera quae supersunt, 1811. ((8.49-8.50))
    ἐπαοιδαῖς δ' ἀνὴρ | νώδυνον καί τις κάματον θῆκεν.
     συνώνυμα: ἀνώδυνος
  2. που απαλύνει τον πόνο
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Φιλοκτήτης, στίχ. 44 (43-44)
    ἀλλ᾽ ἢ ᾽πὶ φορβῆς νόστον ἐξελήλυθεν, | ἢ φύλλον εἴ τι νώδυνον κάτοιδέ που.
    μα θενα βγήκε ή θροφή να ζητήσει ή κάπου αν ξέρει βοτάνι, που τους πόνους ν᾽ αλαφρώνει.
    Μετάφραση (1937): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης), Αθήνα: Εστία @greeklanguage.gr

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]