νώτα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νώτα < αρχαία ελληνική νῶτα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νώτα ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. η πλάτη
  2. το πίσω μέρος μιας στρατιωτικής παράταξης

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • καλύπτω τα νώτα μου: προφυλλάσομαι κάποιο ευαίσθητο σημείο μου, παίρνω τις απαραίτητες προφυλάξεις για απειλή ή απρόσμενο κίνδυνο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]