ξέβγαλμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ξέβγαλμα τα ξεβγάλματα
      γενική του ξεβγάλματος των ξεβγαλμάτων
    αιτιατική το ξέβγαλμα τα ξεβγάλματα
     κλητική ξέβγαλμα ξεβγάλματα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξέβγαλμα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξέβγαλμα ουδέτερο

  1. η φάση του πλυσίματος (ρούχων, πιάτων) κατά την οποία ρίχνουμε αρκετό νερό πάνω στα πλυμένα για να απομακρυνθούν οι σαπουνάδες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]