Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξέσπασμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ξέσπασμα τα ξεσπάσματα
      γενική του ξεσπάσματος των ξεσπασμάτων
    αιτιατική το ξέσπασμα τα ξεσπάσματα
     κλητική ξέσπασμα ξεσπάσματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξέσπασμα < ξεσπώ

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈkse.spa.zma/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ξέσπασμα ουδέτερο

  1. η εκδήλωση με απότομο και βίαιο τρόπο ενός πράγματος ή μιας κατάστασης που δε φαινόταν αλλά αναπτυσσόταν κρυφά
    παράδειγμα  το ξέσπασμα πολιτικής διαφωνίας
    ※  Στου ήλιου τις καυτερές αχτίδες και στών μανιασμένων αγέρηδων, των Χαμσίν, όπως τους λένε, τα ξεσπάσματα, ποὺ ρίχνουν τόνους καὶ τόνους τὴν ἄμμο καταπάνω τους. (Νέα Εστία, τεύχη 1540-1544, 1991, σελ. 1460)
  2. η ξαφνική εμφάνιση συναισθημάτων που κρύβονταν ή καταπιέζονταν
    παράδειγμα  το ξέσπασμα της αγανάκτησης των υπαλλήλων
  3. η εκτόνωση αρνητικών συναισθημάτων εις βάρος άλλου ή με βίαιο τρόπο
    παράδειγμα  είχε απότομα ξεσπάσματα μετά το ατύχημα

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]