ξέφρενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξέφρενος < ξε- (στερητικό) + φρένες ή από τη φράση έξω φρενών (γενική πληθυντικού της λέξης φρήν αλλά και μετοχή του φρενόω, συνετίζω). Πολλοί χρησιμοποιουν τη λέξη με την έννοια του ασταμάτητου και αισθάνονται ότι η ετυμολογία είναι από το φρένο που ομως αποτελεί πολύ νεότερη λέξη

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ξέφρενος

  1. ορμητικός, πολύ γρήγορος, ασταμάτητος, χωρίς λογική, πολύ ενστικτώδης
    ξέφρενο κυνηγητό, ξέφρενη άνοδος του χρηματιστηρίου, η ξέφρενη πορεία του ΙΧ, ξέφρενο πάρτι, ξέφρενο γλέντι, ξέφρενος δανεισμός, ξέφρενος χορός


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]