ξίφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ξίφος τα ξίφη
      γενική του ξίφους των ξιφών
    αιτιατική το ξίφος τα ξίφη
     κλητική ξίφος ξίφη
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξίφος < αρχαία ελληνική ξίφος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈksi.fɔs/
(1-3) ξίφη, (4) μάχαιρα.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξίφος ουδέτερο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • διασταυρώνω ξίφη (με κάποιον): έρχομαι σε οξεία αντιπαράθεση.
  • Οι δύο ομάδες διασταυρώνουν τα ξίφη τους.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]