ξαδέρφου

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

ξαδέρφου αρσενικό

  1. ξάδερφος, στη γενική του ενικού