Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξαθέρι

Από Βικιλεξικό

Κρητικά (el-crt)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξαθέρι < ξε- (επιτατικό) + αθέρι (< ανθέρι < άνθος)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ξαθέρι ουδέτερο

  • (λογοτεχνικό, επιτατικό ουσιαστικό) το πολύ όμορφο και εκλεκτό
      19ος/20ός αιώνας, Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία-Κίνα, εκδόσεις: Δίφρος, 1958, αρχική έκδοση 1938, σελ. 170 @google.gr/books.
    [] ξάφνου περνάει ἕνας γέρος μανταρίνος καὶ τὸ πρόσωπό του λάμπει ὅλο φινέτσα, καὶ νιώθεις πὼς ὁ Κινέζος τοῦτος ξεπέρασε ὅλες τὶς κραυγὲς καὶ τὰ γέλια κι ἀπόμενε μονάχα στὰ χείλη του τὸ ξαθέρι τῆς ζωῆς, τὸ χαμόγελο, τὸ ἀνώτατο λουλούδι τῆς σοφίας ...