ξαθέρι
Εμφάνιση
Κρητικά (el-crt)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ξαθέρι ουδέτερο
- (λογοτεχνικό, επιτατικό ουσιαστικό) το πολύ όμορφο και εκλεκτό
- ※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία-Κίνα, εκδόσεις: Δίφρος, 1958, αρχική έκδοση 1938, σελ. 170 @google.gr/books.
- […] ξάφνου περνάει ἕνας γέρος μανταρίνος καὶ τὸ πρόσωπό του λάμπει ὅλο φινέτσα, καὶ νιώθεις πὼς ὁ Κινέζος τοῦτος ξεπέρασε ὅλες τὶς κραυγὲς καὶ τὰ γέλια κι ἀπόμενε μονάχα στὰ χείλη του τὸ ξαθέρι τῆς ζωῆς, τὸ χαμόγελο, τὸ ἀνώτατο λουλούδι τῆς σοφίας ...
- ※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία-Κίνα, εκδόσεις: Δίφρος, 1958, αρχική έκδοση 1938, σελ. 170 @google.gr/books.
Πηγές
[επεξεργασία]- Κασσωτάκης, Μιχάλης (2021). Το γλωσσικό ιδίωμα των κατοίκων του οροπεδίου Λασιθίου, Αθήνα: Έκδοση του Συνδέσμου Λασιθιωτών Ηρακλείου «ΤΟ ΟΡΟΠΕΔΙΟ», (αρχική έκδοση 2018) pdf σελ.553
- Όροι με ξαθέρι — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)