ξαλαφρώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξαλαφρώνω < ξε- + ελαφρύς/αλαφρύς + -ώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξαλαφρώνω, παθ. μτχ.: ξαλαφρωμένος

  1. (μεταβατικό) απαλλάσσω κάποιον από ένα βάρος που κουβαλάει
    του πήρε τη μια από τις δυο βαλίτσες που κουβαλούσε για να τον ξαλαφρώσει κάπως
  2. (αμετάβατο) απαλλάσσομαι από ένα βάρος στο πεπτικό σύστημα
    είχα δυσκοιλιότητα για δυο μέρες, αλλά τώρα ξαλάφρωσα
  3. (αμετάβατο) απαλλάσσομαι από κάτι που με βαραίνει ψυχολογικά, ανακουφίζομαι
    ουφ, τα είπα και ξαλάφρωσα

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]