ξαναβλέπω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξαναβλέπω < ξανά + βλέπω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξαναβλέπω

  1. κοιτάζω κάτι για δεύτερη φορά, εκ νέου
  2. συναντώ κάποιον ξανά
    τον ξαναείδα τις προάλλες, να έβλεπες πώς έχει αλλάξει!

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]