ξανακουσμένο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]ξανακουσμένο
- αιτιατική ενικού του ξανακουσμένος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ξανακουσμένος
ξανακουσμένο