Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξανακουσμένος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ξανακουσμένος η ξανακουσμένη το ξανακουσμένο
      γενική του ξανακουσμένου της ξανακουσμένης του ξανακουσμένου
    αιτιατική τον ξανακουσμένο την ξανακουσμένη το ξανακουσμένο
     κλητική ξανακουσμένε ξανακουσμένη ξανακουσμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ξανακουσμένοι οι ξανακουσμένες τα ξανακουσμένα
      γενική των ξανακουσμένων των ξανακουσμένων των ξανακουσμένων
    αιτιατική τους ξανακουσμένους τις ξανακουσμένες τα ξανακουσμένα
     κλητική ξανακουσμένοι ξανακουσμένες ξανακουσμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξανακουσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξανακούω

Μετοχή

[επεξεργασία]

ξανακουσμένος, -η, -ο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]