ξανακουσμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ξανακουσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξανακούω
Μετοχή
[επεξεργασία]ξανακουσμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη ξανακούω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ξανακουσμένος
|
|