ξαναπληρώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξαναπληρώνω < ξανά και πληρώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξαναπληρώνω

  1. πληρώνω ξανά για δεύτερη ή πολλοστή φορά κάτι που έχω ήδη πληρώσει
    Αναγκάστηκα να ξαναπληρώσω τη ΔΕΗ και μου είπαν ότι θα έχω επιστροφή, ενώ ήταν δικό τους λάθος
    Πληρώνω και ξαναπληρώνω το χαράτσι, βαρέθηκα πια -δεν έμενα στο νοίκι καλύτερα...

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]