Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξανασκέφτομαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξανασκέφτομαι < ξανα- + σκέφτομαι

ξανασκέφτομαι (αποθετικό ρήμα)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]