ξανθοκυανωπία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξανθοκυανωπία < απόδοση στα ελληνικά της οφθλαμολογικής πάθησης xantocyanopsy, που με τη σειρά του είχε δημιουργηθεί από τις ελληνικές λέξεις ξανθό, κυανό και ὤψ
πτώση ενικός
ονομαστική ξανθοκυανωπία
γενική ξανθοκυανωπίας
αιτιατική ξανθοκυανωπία
κλητική ξανθοκυανωπία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξανθοκυανωπία θηλυκό

  • η ξανθοκυανοψία, σύμπτωμα κατά το οποίο ο ασθενής βλέπει το περιβάλλον κιτρινο ή (συχνά λόγω καταρράκτη) αντιλαμβάνεται το μπλε πιο έντονο από το φυσιολογικό, ενώ παράλληλα δεν διακρίνει το κόκκινο και το πράσινο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]