ξανθοφύλλη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξανθοφύλλη < απόδοση στα ελληνικά της λέξης xanthophyll < ξανθός και φύλλο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξανθοφύλλη θηλυκό (πιο σύνηθες στον πληθυντικό: ξανθοφύλλες)

  1. οργανική κυκλική χημική ένωση, κίτρινη ή πορτοκαλέρυθρη (στο φυτικό και ζωικό βασίλειο), η οποία ανήκει στα καροτενοειδή και χαρακτηρίζεται επίσης ως λιπόχρωμα, λόγω της διαλυτότητάς της σε λίπη -παλιότερα φυλλοξανθίνη

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]