ξανοίγω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξανοίγω < μεσαιωνική ελληνική ξανοίγω < αρχαία ελληνική ἐξανοίγω (ανοίγω, εκτίθεμαι στην ανοιχτοσύνη)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξανοίγω παθητικό ξανοίγομαι

  1. κοιτάω, παρατηρώ, εντοπίζω στον ορίζοντα
  2. (για τον καιρό) καλυτερεύω
  3. (για χρώματα) κάνω κάτι πιο ανοιχτό

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]