Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξαποσταλμένος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ξαποσταλμένος η ξαποσταλμένη το ξαποσταλμένο
      γενική του ξαποσταλμένου της ξαποσταλμένης του ξαποσταλμένου
    αιτιατική τον ξαποσταλμένο την ξαποσταλμένη το ξαποσταλμένο
     κλητική ξαποσταλμένε ξαποσταλμένη ξαποσταλμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ξαποσταλμένοι οι ξαποσταλμένες τα ξαποσταλμένα
      γενική των ξαποσταλμένων των ξαποσταλμένων των ξαποσταλμένων
    αιτιατική τους ξαποσταλμένους τις ξαποσταλμένες τα ξαποσταλμένα
     κλητική ξαποσταλμένοι ξαποσταλμένες ξαποσταλμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξαποσταλμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξαποστέλνω

Μετοχή

[επεξεργασία]

ξαποσταλμένος, -η, -ο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]