ξαποσταλμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ξαποσταλμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξαποστέλνω
Μετοχή
[επεξεργασία]ξαποσταλμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη ξαποστέλνω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ξαποσταλμένος
|
|