ξαστεριά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξαστεριά ξαστεριές
γενική ξαστεριάς ξαστεριών
αιτιατική ξαστεριά ξαστεριές
κλητική ξαστεριά ξαστεριές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξαστεριά < μεσαιωνική ελληνική

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ksa.stɛ.ˈɾʝia/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξαστεριά θηλυκό

  1. η κατάσταση του νυχτερινού ουρανού που δεν έχει σύννεφα και φαίνονται καθαρά τα αστέρια
  2. (συνεκδοχικά) η καθαρή και ασυννέφιαστη νύχτα
  3. (μεταφορικά) η ελευθερία, όταν δεν θα σκεπάζει σαν σύννεφο τον ουρανό η σκλαβιά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]