Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξαστεριά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ξαστεριά οι ξαστεριές
      γενική της ξαστεριάς των ξαστεριών
    αιτιατική την ξαστεριά τις ξαστεριές
     κλητική ξαστεριά ξαστεριές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξαστεριά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξαστεριά < μεσαιωνική ελληνική ἐξαστεριά με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ksa.steɾˈʝa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ξαστεριά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ξαστεριά θηλυκό

  1. (μετεωρολογία) η κατάσταση του νυχτερινού ουρανού που δεν έχει σύννεφα και φαίνονται καθαρά τα αστέρια
      Έλα στο χορό
    Μόνο να σε βλέπω, μόνο αυτό μπορώ
    Νύχτα ξαστεριά
    Άναψαν φωτάκια σ’ όλα τα χωριά
    Απόσπασμα στίχων από το τραγούδι Σου μιλώ και κοκκινίζεις, (1999) Διονύσης Σαββόπουλος, στίχοι και σύνθεση: Διονύσης Σαββόπουλος.
  2. (συνεκδοχικά) η καθαρή και ασυννέφιαστη νύχτα
     συνώνυμα: αστροφεγγιά
     αντώνυμα: συννεφιά
  3. (μεταφορικά) η ελευθερία, όταν δεν θα σκεπάζει σαν σύννεφο τον ουρανό η σκλαβιά
      Πότε θα κάμει ξαστεριά,
    πότε θα φλεβαρίσει,
    να πάρω το ντουφέκι μου, την έμορφη πατρόνα.
    μουσική/στίχοι: παραδοσιακό, ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης.
  4. (μεταφορικά) η ηρεμία που ακολουθεί μια περίοδο αναταραχής και δυσχερειών
      Έχει ο Θεός κι η Παναγιά
    Θα δούμε λίγη ξαστεριά
    Μες τη ζωή τη στράτα
    Βάλτο καλά μες στην καρδιά
    Πώς θα ’ρθει και η καλοκαιριά
    Με μιας πεντάρας νιάτα
    Απόσπασμα στίχων από το τραγούδι Με μιας πεντάρας νιάτα, (1964) Μπέμπα Μπλανς, στίχοι: Κώστας Πρετεντέρης, σύνθεση: Γιώργος Ζαμπέτας.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • ξαστεριά - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  • Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξαστεριά < ἐξαστεριά με σίγηση του αρχικού [e]
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: ξαστεριά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ξαστεριά θηλυκό (όψιμη μεσαιωνική ή πρώιμη νεοελληνική)

  • άλλη μορφή του ἐξαστεριά
      15ος αιώνας, Μπεργαδής, Ο απόκοπος, στίχ. 345 (345-346)
    Ἐκεῖ πρὸς τὸ μεσάνυκτον ἡ ξαστεριὰ ἐσκοτίσθην,
    οἱ ἄνεμοι ἐταράχθησαν κʼ ἡ θάλασσα βρουχίσθην·
    Emile Legrand, (επιμ.), Bibliothèque grecque vulgaire, Τόμος 2, Maisonneuve, Παρίσι 1881, σ. 94—122.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]