ξεβάφω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεβάφω < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξεβάφω

  1. (μεταβατικό) αφαιρώ το χρώμα από κάτι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αποχρωματίζω
  2. (αμετάβατο) χάνω το χρώμα μου
    το πουκάμισο ξέβαψε στο πλύσιμο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ξεθωριάζω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]