ξεβγάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεβγάζω < μεσαιωνική ελληνική ξεβγάνω και ξεβγάλλω < ξε και βγάλλω < από τον αόριστο ή άλλο τύπο του (αρχαία ελληνική ) ἐκβάλλω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξεβγάζω

  1. συνοδεύω κάποιον έξω από (ένα σπίτι, κλπ)
     συνώνυμα: κατευοδώνω, ξεπροβοδίζω
  2. ξεπλένω για να φύγουν τα σαπούνια από κάτι που σαπούνισα
  3. διαφθείρω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]