ξεγελασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ξεγελασμένος ξεγελασμένη ξεγελασμένο
γενική ξεγελασμένου ξεγελασμένης ξεγελασμένου
αιτιατική ξεγελασμένο ξεγελασμένη ξεγελασμένο
κλητική ξεγελασμένε ξεγελασμένη ξεγελασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξεγελασμένοι ξεγελασμένες ξεγελασμένα
γενική ξεγελασμένων ξεγελασμένων ξεγελασμένων
αιτιατική ξεγελασμένους ξεγελασμένες ξεγελασμένα
κλητική ξεγελασμένοι ξεγελασμένες ξεγελασμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεγελασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεγελώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ξεγελασμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: ξεγελώ
  2. εξαπατημένος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]