ξεδεμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ξεδεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξεδένω
Μετοχή
[επεξεργασία]ξεδεμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη ξεδένω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ξεδεμένος
|
|