Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κύριο μενού
Κύριο μενού
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πρόσφατες αλλαγές
Κατηγορίες
Δημιουργήστε!
Ζητήστε!
Βικιδημία - Talk
Σελίδες συζήτησης
Νέες σελίδες
Ειδικές σελίδες
Τυχαία σελίδα
Βοήθεια
Πρότυπα
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εμφάνιση
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Προσωπικά εργαλεία
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Περιεχόμενα
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Αρχή
1
Νέα ελληνικά (el)
Εναλλαγή
Νέα ελληνικά (el)
υποενότητας
1.1
Ετυμολογία
1.2
Μετοχή
1.2.1
Συνώνυμα
1.2.2
Συγγενικά
1.2.3
Μεταφράσεις
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
ξεθωριασμένος
Προσθήκη γλωσσών
Σελίδα
Συζήτηση
Ελληνικά
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Εργαλειοθήκη
Εργαλεία
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Ενέργειες
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Γενικά
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Επιφόρτωση αρχείου
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραπομπή αυτής της σελίδας
Λάβετε συντομευμένη διεύθυνση URL
Λήψη κωδικού QR
Switch to legacy parser
Εκτύπωση/εξαγωγή
Δημιουργία βιβλίου
Κατέβασμα ως PDF
Εκτυπώσιμη έκδοση
Σε άλλα εγχειρήματα
Εμφάνιση
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Από Βικιλεξικό
Νέα ελληνικά (el)
[
επεξεργασία
]
↓
πτώσεις
ενικός
γένη
→
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική
ο
ξεθωριασμέν
ος
η
ξεθωριασμέν
η
το
ξεθωριασμέν
ο
γενική
του
ξεθωριασμέν
ου
της
ξεθωριασμέν
ης
του
ξεθωριασμέν
ου
αιτιατική
τον
ξεθωριασμέν
ο
την
ξεθωριασμέν
η
το
ξεθωριασμέν
ο
κλητική
ξεθωριασμέν
ε
ξεθωριασμέν
η
ξεθωριασμέν
ο
↓
πτώσεις
πληθυντικός
γένη
→
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική
οι
ξεθωριασμέν
οι
οι
ξεθωριασμέν
ες
τα
ξεθωριασμέν
α
γενική
των
ξεθωριασμέν
ων
των
ξεθωριασμέν
ων
των
ξεθωριασμέν
ων
αιτιατική
τους
ξεθωριασμέν
ους
τις
ξεθωριασμέν
ες
τα
ξεθωριασμέν
α
κλητική
ξεθωριασμέν
οι
ξεθωριασμέν
ες
ξεθωριασμέν
α
Κατηγορία
όπως «
αγαπημένος
» -
Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Ετυμολογία
[
επεξεργασία
]
ξεθωριασμένος
<
ξεθωριάζω
Μετοχή
[
επεξεργασία
]
ξεθωριασμένος
, -η, -ο
που έχει χάσει την
ένταση
των
χρωμάτων
του
Συνώνυμα
[
επεξεργασία
]
ξασπρισμένος
ξέθωρος
Συγγενικά
[
επεξεργασία
]
ξεθωριάζω
ξεθώριασμα
ξέθωρος
Μεταφράσεις
[
επεξεργασία
]
ξεθωριασμένος
γαλλικά
:
délavé
(fr)
,
passé
(fr)
,
décoloré
(fr)
Κατηγορίες
:
Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Νέα ελληνικά
Μετοχές (νέα ελληνικά)
Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
ξεθωριασμένος
Προσθήκη γλωσσών
Προσθήκη θέματος