Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξεκάθαρα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξεκάθαρα < Μαρτυρείται τουλάχιστον από τα τέλη του 20ού αιώνα. Συγχρονικά αναλύεται σε ξεκάθαρ(ος) + .

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kseˈka.θa.ɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ξεκάθαρα

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ξεκάθαρα (τροπικό επίρρημα)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

ξεκάθαρα