ξεκάθαρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ξεκάθαρα < Μαρτυρείται τουλάχιστον από τα τέλη του 20ού αιώνα. Συγχρονικά αναλύεται σε ξεκάθαρ(ος) + -α.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kseˈka.θa.ɾa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ξε‐κά‐θα‐ρα
Επίρρημα
[επεξεργασία]ξεκάθαρα (τροπικό επίρρημα)
- με σαφήνεια, χωρίς αοριστολογίες
λέω ξεκάθαρα, μιλάω ξεκάθαρα
Θα το πω ξεκάθαρα· αυτός έδιωξε τον κόσμο από το γήπεδο.- ≈ συνώνυμα: καθαρά, ξάστερα, χωρίς περιστροφές, ορθά κοφτά, ντόμπρα, σταράτα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]ξεκάθαρα
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ξεκάθαρος
Πηγές
[επεξεργασία]- ξεκάθαρος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ξεκάθαρος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)